Ο Γιουσούφ βρίσκεται μπροστά σε ένα μεταίχμιο, ένα εκκρεμές ανάμεσα στην εφηβεία και την ενήλικη ζωή. Καταπιάνεται με την ποίηση και τα πρώτα του πονήματα δημοσιεύονται σε λογοτεχνικό περιοδικό. Ζει μαζί με την χήρα μητέρα του σε μια κωμόπολη της τουρκικής ενδοχώρας και την βοηθά να πουλήσει γαλακτοκομικά προϊόντα, με τα οικονομικά τους μέσα να φθίνουν συνεχώς. Η ερωτική σχέση που θα συνάψει η μητέρα του Γιουσούφ με τον σταθμάρχη της πόλης, σε συνάρτηση με την ανάκτηση της χαμένης θηλυκότητας και σεξουαλικότητας της, θα διαταράξει τον Γιουσούφ. Η διάρρηξη της σχέσης του με την μητέρα του καθώς και η ασθένεια του που δεν του επιτρέπει να φέρει εις πέρας την στρατιωτική του θητεία, θα τον αναγκάσουν να λάβει σημαντικές αποφάσεις για το μέλλον του.

Μπροστά στον θεατή ξεδιπλώνεται μια Τουρκία η οποία αλλάζει, σε ένα μεταίχμιο ανάλογο με εκείνο του νεαρού ποιητή ο οποίος πασχίζει να ενηλικιωθεί. Οι φάμπρικες και οι σκελετοί από μπετόν αντιπαραβάλλονται με τα περιβόλια και τα χωράφια, ένα αγροτικό περιβάλλον το οποίο προσπαθεί να παραμείνει ανόθευτο μέσα στην δίνη της  βιομηχανικής ανάπτυξης και αυτοματοποίησης. Ο σκηνοθέτης σκιαγραφεί μια χώρα η οποία βιώνει την ακατάπαυστη βιομηχανοποίηση και τον εξαστισμό, πολύ περισσότερο μια κοινωνία η οποία πορεύεται μεταξύ παρόντος και παρελθόντος, αμφιταλαντεύεται μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

Ο έφηβος ποιητής παραμένει δέσμιος μιας σχέσης, η σχέση μεταξύ μάνας και γιου, η οποία διακόπτεται απότομα, ένας βίαιος απογαλακτισμός ο οποίος τον συνταράσσει. Tο στοιχείο του γάλακτός παίζει καθοριστικό ρόλο, είναι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των δύο ηρώων, είναι το μητρικό γάλα που δίνει ζωή.

Ο Σεμί Καπλάνογλου καταφέρνει να αποδώσει με εξαιρετική απλότητα και λιτότητα σύγχρονες προβληματικές, κάτω από ένα πρίσμα καθαρά ρεαλιστικό. Το βλέμμα του παραμένει σταθερό, χωρίς λυρικές εξάρσεις και κινηματογραφικές μεγαλοστομίες. Το αφήγημα ιδιαίτερα λιτό σε ότι αφορά τη δράση διαμορφώνει μια ορισμένη ποιητική ατμόσφαιρα μέσα από το φάσμα της φύσης το οποίο αφήνει ανεξίτηλο το στίγμα του.

Τα πλάνα διαπνέονται από μια μουσικότητα η οποία δεν αρέσκεται στη χρήση εξωτερικών στοιχείων. Ο σκηνοθέτης επιλέγει ήχους της καθημερινής συναναστροφής, τα ελάχιστα διαλογικά μέρη, και της φύσης χωρίς την βοήθεια μουσικών μοτίβων.

Το δεύτερο μέρος της τριλογίας του Γιουσούφ αντλεί εικόνες από την πρώιμη ενήλικη- εφηβική ζωή του ήρωα σε μια φθίνουσα πορεία με στόχο την παιδική ηλικία, μια κινηματογραφική αναδρομή ως τα χρόνια της παιδικής αθωότητας, ένα ταξίδι το οποίο στοχεύει στην παιδική ηλικία, την καθοριστικότερη στιγμή διαμόρφωσης ανθρωπίνων τύπων.

Κάθε κινηματογραφική ταινία παρουσιάζει συνοχή, μπορεί να ιδωθεί αυτόνομα χωρίς την συνδρομή των άλλων.

1

Advertisements

«H μόνη αλήθεια στον κόσμο ο παραλογισμός της αγάπης»

-Αλφρέ ντε Μυσσέ

Η Μαρί και ο Φράνσις γνωρίζουν σε ένα φιλικό δείπνο τον Νικολά. Ο Νικολά σπουδάζει λογοτεχνία. Είναι γοητευτικός, έξυπνος και ζει ανέμελη ζωή. Ο μποέμ νέος θα κεντρίσει το ενδιαφέρον των δύο φίλων οι οποίοι με κάθε τρόπο θα προσπαθήσουν να κερδίσουν την αγάπη του. Ο Νικολά απολαμβάνει την παρέα του Φράνσις και της Μαρί μοιράζοντας την αγάπη του ισόμερα και στους δύο.

Μέτα το πάρτι των γενεθλίων του, ο Νικολά προτείνει στους δυο φίλους να φύγουν για διήμερο στην εξοχή. Η Μαρί βλέποντας τον Νικολά να περνά περισσότερο χρόνο με τον Φράνσις, θα θελήσει να φύγει. Οι δυο φίλοι θα μαλώσουν και οι σχέσεις των τριών φίλων θα παγώσουν. Αποτέλεσμα πολλών προσπαθειών, οι δύο φίλοι θα εξομολογηθούν, ο καθένας με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, την αγάπη τους στον Νικολά. Ο Φράνσις θα ομολογήσει την αγάπη του στον Νικολά ενώ η Μαρί θα του στείλει ένα ερωτικό ποίημα. Και οι δύο θα δεχτούν την απόρριψη.

Οι δυο φίλοι θα συμφιλιωθούν και θα αναθερμάνουν τις σχέσεις τους. Μετά από έναν χρόνο, θα συναντήσουν τον Νικολά δείχνοντας εμφανώς την αποστροφή τους στην προσπάθεια του να τους μιλήσει. Οι δυο φίλοι θα ερωτευτούν από κοινού έναν παρευρισκόμενο στο πάρτι.

Κατά την διάρκεια της ταινίας εμφανίζονται πλάνα διάφορων μαρτυριών, εν είδει συνεδρίας, με τις διάφορες ιστορίες σχετικά με την φύση του έρωτα, την απόρριψη, τις σχέσεις και την σεξουαλικότητα.

Οι χαρακτήρες ξεδιπλώνονται ρεαλιστικά με τις διάφορες ψυχικές διακυμάνσεις και  την προσπάθεια απόδοσης  των διάφορων ατομικών χαρακτηριστικών που συγκροτούν τους ανθρώπινος τύπους, χωρίς την αίσθηση της υπερβολής και εξάρσεων. Ο δεκαεξάχρονος Ουμπέρτ, του J’ai tué ma mère, γεμάτος ένταση και πάθος σε έναν κόσμο που δεν μπορεί και δεν θέλει να τον καταλάβει έχει μεταστραφεί σε έναν εικοσιπεντάχρονο Φράνσις λιγομίλητο και πράο ο οποίος  παρόλα αυτά προσπαθεί με κάθε μέσο να αγαπήσει και να αγαπηθεί.

Ο νεαρός σκηνοθέτης Ξαβιέρ Ντολάν μας εισάγει στον πολύχρωμο κόσμο του. Γεμάτος μουσική και χρώματα μας παρουσιάζει τις περιπέτειες των ηρώων του. Σκηνογραφικά και  ενδυματολογικά να κυριαρχούν τα έντονα χρώματα και οι παράτολμοι, πολλές φορές, συνδυασμοί, μας παρουσιάζεται ένας κόσμος ζωντανός, χωρίς καμία ψυχρότητα, έτοιμος να εκραγεί. Οι ερωτικές σκηνές κατακλύζονται από χρώματα τα οποία φωτίζουν τους πρωταγωνιστές  και τρέπουν την σύνθεση απόκοσμη, σχεδόν μαγική. Η ματιά του δυναμική, με ζωηρά πλάνα, κοντινές λήψεις και εμμονή στις λεπτομερείς των υλικών αντικειμένων. Τα μουσικά θέματα της ταινίας λειτουργούν, εν είδει, λάιτ μοτίφ τα οποία συνοδεύονται με την χρήση slow motion εντείνοντας την αίσθηση της ζωντάνιας και της εμμονής στην λεπτομέρεια.

O Καναδός δημιουργός παρουσιάζει μια κομεντί στην οποία το στοιχείο του ερωτισμού δεν απουσιάζει. Ο κινηματογραφιστής προσπαθεί να παρουσιάσει ένα σύγχρονο ερωτικό τρίγωνο κάτω από το πρίσμα της νεανικής αφέλειας, τον συνολικό παραλογισμό της αγάπης ως κινητήριας δύναμης του κόσμου, κατά το απόφθεγμα του Μυσσέ έτσι όπως εμφανίζεται στην αρχή του κινηματογραφήματος. Η εμφανής αίσθηση της επιτήδευσης και του στυλιζαρίσματος δίνουν, τέλος, την ιδιαίτερη ταυτότητα του δημιουργού.

LAI II

Υπό τους ήχους της synthpop o Φράνσις και η Μαρί παρακολουθούν τον Νικολά να χορεύει.

Μια ομάδα τεσσάρων ανθρώπων με το όνομα Άλπεις, βιοπορίζονται με το να αντικαθιστούν ανθρώπους που έχουν φύγει από την ζωή. Προσελκύουν ανθρώπους που έχουν χάσει τα οικία τους πρόσωπα, οικειοποιούνται την συμπεριφορά τους χαρίζοντας μερικές στιγμές οικειότητας εκείνων των οποίων η θλίψη και το πλήγμα του χαμού είναι μεγάλο. Στα πλαίσια αυτά της ιεραρχημένης επιχείρησης, ένα μέλος της, μια νοσοκόμα, δένεται συναισθηματικά με μια νεαρή αθλήτρια του τένις η οποία τραυματίστηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Όταν πεθαίνει, προτείνει στους γονείς της κοπέλας να την αντικαταστήσει, αποκρύπτοντας το από την υπόλοιπη ομάδα, έτσι ώστε ο πόνος τους να μετριαστεί με την πάροδο του χρόνου. Θα γίνει όμως αντιληπτή από τον αρχηγό της ομάδας, ο οποίος θα την τιμωρήσει. Εκείνη θα κριθεί ακατάλληλη και θα πρέπει να αποχωρήσει. Και καθώς η ίδια είχε δεθεί συναισθηματικά με την οικογένεια της νεαρής αθλήτριας, η οδύνη της θα είναι μεγάλη.

Από τα πλαίσια του οικογενειακού μικρόκοσμου του Κυνόδοντα, ο Γιώργος Λάνθιμος μας μεταφέρει στα πλαίσια ενός μακρόκοσμου ο οποίος πάσχει. Τα κινηματογραφήματα κινούνται σε ένα βασικό πλαίσιο το οποίο αφορά τις ανθρώπινες σχέσεις. Διακρίνει κανείς το πρόβλημα τις κοινωνικής απομόνωσης και της μοναξιάς, καίρια προβληματική της σύγχρονης αστικοποιημένης κοινωνίας, ένα σύνολο ανθρώπων τα οποία κινούνται μέσα στον αστικό ιστό κάτω από μια ανωνυμία. Στυλιζαρισμένο και με μια αίσθηση γκροτέσκου να πλανάται, ο κινηματογραφιστής παρουσιάζει ένα αφήγημα εγκεφαλικό, ψυχρές καλλιτεχνικές σεκάνς δομημένες σε μια λιτή πλοκή.

Ο Γιώργος Λάνθιμος γίνεται ο σημαιοφόρος ενός πρωτότυπου κινηματογραφικού θεάματος, εκφραστής μιας ανορθόδοξης θεματολογίας, η παράξενη μορφή του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Στην οπτική του δογματικότητα θα συμπορευτεί η Αθηνά Ραχήλ Τσαγκάρη συστήνοντας κατά τον Steve Rose, το λεγόμενο Weird Wave. Στην συνέχεια θα προστεθεί μια κουστωδία σκηνοθετών όπως ο Έκτορας Λυγίζος, ο Αλέξανδρος Αβρανάς και η Ελίνα Ψύκου. Αν και αισθητικά υπάρχει μια αίσθηση ομοιότητας, η καλλιτεχνική ομαδοποίηση είναι μια μέθοδος απλούστευσης η οποία οδηγεί σε σειρά κοινοτοπιών από την πλευρά της ερμηνευτικής προσέγγισης.

Αρχικά, τα κινηματογραφικά πονήματα, κοινωνικά αιχμηρά μηνύματα, συνδέθηκαν με την εποχή της κατάρρευσης των ψευδαισθήσεων, μια εποχή παρατεταμένης οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής ύφεσης. Ωστόσο, οι κινηματογραφικές απόπειρες ορθώνονται πολύ περισσότερο ως μικρά δοκίμια προβληματισμού για τον ανθρώπινο χαρακτήρα και τα διάφορα κοινωνικά προβλήματα παρά ως σύγχρονες ηθογραφικές αποτυπώσεις της ελληνικής κοινωνίας. Κινούνται σε ένα μη χρόνο και ένα μη τόπο εκφράζοντας αγωνιώδη ερωτήματα.

Οι κινηματογραφικές ταινίες δεν μπορούν να ενταχθούν σε ένα ευρύ θεματικό πλαίσιο όπως εκείνο του οικογενειακού δράματος. Παρότι ταινίες όπως το  Miss Violence και ο Κυνόδοντας φαίνεται να μοιράζονται την ίδια προβληματική, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως σουρεαλιστική σπουδή της οικογενειακής νοσηρότητας, ένα κατηγορητήριο για τις μεγαλύτερες γενιές, στην πραγματικότητα οι σκηνοθέτες έχουν μια διαφορετική οπτική. Ο Κυνόδοντας θα μπορούσε να ειδωθεί ως μια παραβολή δικτατορικών καθεστώτων και της αντίστοιχης καταπίεσης που ασκούν στα διάφορα κοινωνικά στρώματα. Βέβαια, οι διάφορες κινηματογραφικές προσπάθειες επιδέχονται πληθώρα ερμηνειών βασισμένη στην λιτή σεναριακή απόδοση και τα διάφορα αφηγηματικά κενά που αφήνουν σκεπτικούς πολλούς από τους θεατές.

Το λεγόμενο Αλλόκοτο Κύμα αρθρώνεται κατά κύριο λόγο στην κινηματογραφική προσπάθεια του Γιώργου Λάνθιμου. Το τελευταίο του πόνημα ο Αστακός απέσπασε το Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών. Άνθρωποι οι οποίοι δεν έχουν καταφέρει να βρουν σύντροφο εξωθούνται από την πολιτεία σε ένα ξενοδοχείο στο οποίο εντός σαράντα πέντε ημερών είναι υποχρεωμένοι να βρουν το κατάλληλο σύντροφο. Εάν δεν τα καταφέρουν μεταμορφώνονται σε ζώα της επιλογής τους. Ο Λάνθιμος έχει καταφέρει να βρει πληθώρα μιμητών.  Δεν ξέρουμε, όμως, αν αυτό το κινηματογραφικό είδος, εάν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι υφίσταται, μπορεί να γεννήσει μια γόνιμη δημιουργία με μεγάλο εκτόπισμα και στο μέλλον οδηγώντας σε νέες κινηματογραφικές προσπάθειες.

Άλπεις 2

H Αριάν Λαμπέντ σε κάτι πιο ποπ. Σκηνή από την κινηματογραφική ταινία Άλπεις η οποία είναι δομημένη στο σχήμα του κύκλου.

Η Δήμητρα στην αέναη προσπάθεια της να βρει την κόρη της καταφθάνει στην Ελευσίνα. Θρηνεί για την αρπαγή της από τον Πλούτωνα, τον θεό που συνοδεύει την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση στο επέκεινα. Τα ιερά καταστράφηκαν, οι θεοί που λατρεύονταν εδώ έδυσαν. Εκτός από την Περσεφόνη που δεν σταμάτησε του κύκλου τα γυρίσματα. Η νέα θρησκεία του Χριστιανισμού έδωσε τις απαντήσεις στα γωνιώδη ερωτήματα [1].

Με μια αίσθηση μελαγχολίας ο κινηματογραφιστής αποτυπώνει εν είδει ημερολογιακών  καταγραφών την σύγχρονη πραγματικότητα της Ελευσίνας, πόνημα δέκα χρόνων. Ο δημιουργός προσπαθεί, μέσα στα πλαίσια του αστικού ιστού της Ελευσίνας αλλά και του ίδιου του ιστορικού χρόνου να εγκιβωτίσει  ανθρώπινες ιστορίες. Ο Φίλιππος Κουτσαφτής καταφέρνει να δημιουργήσει ένα ντοκιμαντέρ με τα πιο βασικά μέσα δημιουργίας. Η αίσθηση μελαγχολίας διατρέχει όλο το πόνημα χωρίς να εκβιάζει συναισθηματικά. Ποιητική η αφήγηση του καταφέρνει να συμπυκνώσει στα λόγια του το τέλμα της ανθρώπινης ζωής , την ματαιότητα στην προσπάθεια συνεχούς εξέλιξης και αλλαγής. Ο κινηματογραφικός φακός αποτυπώνει μια πόλη η οποία αλλάζει συνεχώς πρόσωπο. Είναι μια συνεχής αντιπαράθεση μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, ένας αγώνας που λαμβάνει χώρα στο παρόν.

Η σύνθεση ξεπερνά τα στενά όρια του ιστορικού ντοκιμαντέρ. Οι διάφορες προφορικές μαρτυρίες καταγράφουν τα θραύσματα μνήμης που συγκροτούν την ατομική μνήμη ενώ όλες μαζί μετουσιώνονται σε συλλογική μνήμη, διαρκής κατάσταση αναπροσαρμογής . Σε κάθε πρόσωπο η οδύνη της μνήμης και αντί για μια συλλογική μνήμη χίλιες μνήμες ανθρώπων που περιφέρουν το προσωπικό τους δράμα μεσ’ τη μεγάλη λαβωματιά της ιστορίας [1]. Το δημιούργημα δρα σε ένα επίπεδο το οποίο αγγίζει την δομή της ύλης, μια ερμηνεία της ανθρωπινής ψυχοσύνθεσης  μέσα στον χρόνο. Τα ανθρώπινα μικροφίλμ, οι ανθρώπινες μαρτυρίες οποίες εμφανίζονται, εκφράζουν με μια βαθιά αίσθηση σεμνότητας το προσωπικό τους βίωμα, ανθρώπινοι τύποι οι οποίοι με μια ανεπιτήδευτη απλότητα ξεδιπλώνουν την προσωπική τους ιστορία. Η ιστορία των ανθρώπων  καταφέρνει να ξεπεράσει τα περιορισμένα όρια της μικρής και της μέσης διάρκειας και να αγγίζει τα πλαίσια της μεγάλης.

Ο Παναγιώτης Φαρμάκης σαν θεϊκή επιφάνεια ξεπροβάλει και αφήνει ανεξίτηλο το στίγμα του στο κινηματογραφικό φακό. Ο πλάνης,  με την μοναδική αίσθηση ελευθέριας και την πηγαία αγάπη του για τα θραύσματα του παρελθόντος, αναζητά το αρχαιολογικό υλικό ανάμεσα στο πιο ευτελές υλικό του σύγχρονου κόσμου τα μπάζα. Ένα ατέρμονο ταξίδι για την αναζήτηση της αλήθειας. Το αρχαιολογικό υλικό διασκορπισμένο στην Ελευσίνα μέσα  στις βιομηχανικές ζώνες, την ακροθαλασσιά και τα αδειανά οικόπεδα, έτοιμα να φιλοξενήσουν σύγχρονα οικοδομήματα, αποτελεί πεδίο ενδιαφέροντος.

Ο Κωνσταντίνος Βήτα επιμελείται την μουσική σύνθεση του πονήματος. Μπορεί η συγκεκριμένη σύνθεση να μην αποπνέει καμία μεγαλοπρέπεια αλλά είναι ακριβώς οι βασικές δομές της μουσικής που την καθιστούν μοναδική. Τα μουσικά μέλη  συμπληρώνουν την κινηματογραφική σύνθεση με τρόπο ανεπιτήδευτο εκφράζοντας τις απλές δομές των μουσικών συνθέσεων.

Το κινηματογάφημα σε μαγνητίζει και σε μαγεύει. Σε υποβάλλει σε έναν άλλο κόσμο, διαφορετικής αίσθησης, ο οποίος  σε καθυποτάζει με αυτή την άγνωστη και απόμακρη φυσιογνωμία του η οποία είναι παρελθούσα και ουδέποτε υπάρχει περίπτωση να γίνει βιωμένη. Είναι μια προσπάθεια καταγραφής ατέρμονη. Η προσπάθεια δηλώνεται με την έκκληση για συγχώρεση. Μια έκκληση για την αδυναμία επικέντρωσης στις αμέτρητες ιστορίες των ανθρώπων, ζώντων και μη, τους όποιους ο σκηνοθέτης δεν κατάφερε να καταγράψει με τον τρόπο και την συχνότητα που ήθελε αλλά κυρίως μια  έκκληση συγχώρεσης για τον ίδιο τον τόπο ο  οποίος παραμένει άγνωστος και μαγικός.

Ο σύγχρονος θεατής στρέφει το βλέμμα με αποστροφή μπροστά στην σύγχρονη πραγματικότητα της Ελευσίνας.

[1] Τα συγκεκριμένα χωρία αποτελούν αφηγηματικά μέρη του κινηματογραφήματος.

Φεύγουσα κόρη

Η «Φεύγουσα» κόρη, έργο στο μεταίχμιο αρχαϊκής διακοσμητικότητας και κλασικής φυσιοκρατίας, φωτίζει τον δρόμο της Περσεφόνης ερχόμενη από το σκότος του Κάτω Κόσμου.

Ο ποιητής Αντρέι Γκόρτσακοφ αναζητώντας πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του Ρώσου δουλοπάροικου συνθέτη Μπεριόζοφσκι οδηγείται στην Ιταλία. Μέσα από την περιπλάνηση του θα βιώσει τον νόστο, εκείνη την αίσθηση που οδήγησε τον Μπεριόζοφσκι στην επιστροφή και τελικά στην αυτοκτονία. Ο Αντρέι με τη συνοδεία της Ευγενίας, η οποία τον βοηθά στην μετάφραση, θα συναντήσουν τον Ντομένικο. Ο Ντομένικο φοβούμενος το τέλος του κόσμου είχε φυλακίσει την οικογένεια του μέσα στο σπίτι τους για εφτά χρόνια. Τώρα περιφέρεται μόνος. Έχει θέσει ως στόχο να σώσει τον κόσμο και προσπαθεί να περάσει με ένα αναμμένο κερί στην απέναντι πλευρά ενός λουτρού. Οι προσπάθειες του όμως είναι μάταιες γιατί αμέσως τον βγάζουν φοβούμενοι ότι θα πνιγεί. Εκείνος ο κατ’ επίφαση τρελός, εν είδη Αγίου αποδίδει τον τελευταίο λόγο, την ύστατη προσπάθεια  νουθεσίας. Μετά από μία τριήμερη διακήρυξη στη Ρώμη βάζει τέλος στην ζωή του, το κύκνειο άσμα ενός τρελού. Ο Αντρέι πρέπει να φέρει εις πέρας τη αποστολή του, κοινωνός στο έργο του Ντομένικο, αποφασίζει να επιστέψει στην λουτρόπολη και να ολοκληρώσει το έργο εκείνου. Αφού διανύσει την απόσταση με το αναμμένο κερί ξεψυχά και ολοκληρώνει με τη σειρά του το δικό του οδοιπορικό.

Ο Ντομένικο ασκεί μια μοναδική έλξη στον ποιητή Αντρέι, ο οποίος αντιλαμβάνεται την υπαρξιακή απόγνωση της σύγχρονης κοινωνίας, σχόλιο του ίδιου το σκηνοθέτη για το μέλλον της ανθρωπότητας, και αναλαμβάνει ένα ρόλο διαμεσολάβησης ανάμεσα στην υλιστική  κοινωνική πραγματικότητα και την πνευματική κατάσταση του Ντομένικο. Ο Ντομένικο ξεπροβάλλει ως Μεσσίας ο οποίος προσπαθεί να καταδείξει την εγωιστική τάση του ανθρώπου και τον αδυσώπητο υλισμό ο οποίος τείνει προς την κοινωνική εξαθλίωση και κατάπτωση. Είναι εκείνος ο οποίος με όπλο την πνευματική του πίστη επωμίζεται το δύσκολο έργο, ολόκληρη την ευθύνη της κοινωνίας, η οποία έχει χάσει τον αληθινό προσανατολισμό της.

Η πράξη του Ντομένικο και το τραγικό του μαρτύριο στο λόφο του Καπιτωλίου φέρνει συνειρμικά στο νου το μαρτύριο του Αγίου Πέτρου όπως μάλιστα έχει αποδοθεί στο παρεκκλήσιο του Αγίου Λαυρεντίου στην Ρώμη στα τέλη του δέκατου τρίτου αιώνα. Η συγκεκριμένη νωπογραφία, αφαιρετική στην σύλληψη της με σαφή επιρροή από την βυζαντινή παράδοση, φέρει ακόμα τα στοιχεία της πνευματικότητας της Ανατολής η οποία είχε το προβάδισμα, κατά τον Ταρκόφσκι, εξεύρεσης της αναλλοίωτης αλήθειας. Ο μεσαιωνικός νωπογράφος απεικονίζει τον Απόστολο Πέτρο στο σταυρό του μαρτυρίου διακηρύσσοντας στο λαό της Ρώμης ενώ παρασκηνιακά τοποθετούνται δύο σημεία αναγνώρισης της Ρώμης ,το μαυσωλείο του Αδριανού και το Meta Romuli.

Το έργο του Ντομένικο αποκαλύπτει το κοινωνικό ρόλο του καλλιτέχνη και του έργου του ιδωμένα μέσα από την πνευματική έμπνευση του σκηνοθέτη-δημιουργού. Ο καλλιτέχνης ορθώνεται μπροστά στο κοινό και αρθρώνει λόγο ο οποίος εκφράζεται στο διηνεκές. Συγκρούεται με το τετριμμένο και το κοινωνικό κατεστημένο που αποζήτα την σταθερότητα και αναζητά την απόλυτη αλήθεια η οποία καθαρά πνευματική, αποτελεί ισορροπία μεταξύ υλικών και ηθικών αρχών. Με τη σειρά του το έργο τέχνης παρουσιάζεται σαν ένα άλλο κοσμοείδωλο, ένα υποκειμενικός φορέας της σκέψης του καλλιτέχνη –το σύμβολο του σύμπαντος και ο φορέας της απόλυτης πνευματικής αλήθειας η οποία λειτουργεί αντιθετικά σε σχέση με το θετικιστικό πνεύμα των επιστημών.

Ο Ταρκόφσκι δημιουργεί την δική του συμφωνία του Νέου Κόσμου, φορέας νοσταλγίας και αφόρητου πόνου, ένας μοναχικός συνταξιδιώτης της ψυχικής κατάστασης του Ντβόρζακ. Και πράγματι ολόκληρη η σύνθεση έχει μια απρόσμενη μελαγχολία η οποία διαπερνά ολόκληρο το κινηματογραφικό υλικό.

Νοσταλγία

Μια εικόνα καθαρά ποιητική ,η συναισθηματική κατάσταση του Αντρέι Γκόρτσακοφ και η νέα πραγματικότητα την οποία καλείται να αντιμετωπίσει. Ένα καινούργιο σύνολο ο ναός, τα σπαράγματα του υλικού δυτικού πολιτισμού, και το ρώσικο τοπίο με την ξύλινη καλύβα.

Η Κατερίνα ,στην ευαίσθητη περίοδο της εφηβείας, θα καταλάβει ότι κάτι μέσα της είναι λειψό και όπως εκείνη μαδά, σιγά-σιγά, το κάθισμα του λεωφορείου που την πηγαινοφέρνει κάθε μέρα στο γυμνάσιο έτσι και κάτι μέσα της μαδά. Τρομερές σκέψεις θα κατακλίσουν το μυαλό της,θα καταντήσουν δεύτερη υπόσταση της. Θα παλέψει, μέχρι το τέλος, με το τέρας της μανιοκατάθλιψης χωρίς να μπορέσει να επιβιώσει. Θα πονέσει μα και θα αγαπήσει. Καρπός του ερωτά της ο Πέτρος, ο ίδιος ο έρωτας της-παθολογικός, ο οποίος θα καταφέρει να τις γεμίσει όλες τις ρωγμές της μέχρι την τελευταία στιγμή.

«Το βιβλίο της Κατερίνας» «δεν έχει σκοπό να πληγώσει κανέναν, εκτός απ’ αυτούς που θα το διαβάσουν» μας ομολογεί ο συγγραφέας. Η προσωπική αφήγηση της Κατερίνας αναμοχλεύει πράγματα και καταστάσεις από ένα σχετικά μακρινό παρελθόν για να καταλήξει σε μια τωρινή κατάσταση απουσίας, ένα χρονικό μιας οικογένειας με ελαφρές ιστορικές σημάνσεις, στηρίγματα του αναγνώστη με την πραγματικότητα. Οι χαρακτήρες που αναδύονται από το αφήγημα είναι φιγούρες κατεξοχήν τραγικές, σε μια διαρκή κατάσταση συγκρουσιακή με τον εαυτό τους και το πεπρωμένο. Κομβικός καθίσταται ο ρόλος της κατανόησης δια μέσου της μαρτυρίας, η δόμηση επιμέρους επιπέδων κατανόησης και συνάμα αυτογνωσίας. Κατανόηση μίας όχι και τόσο άγνωστης ετερότητας, αν μπορεί να χαρακτηριστεί με αυτό τον τρόπο, η οποία εξιλεώνει αφηγήτρια και αναγνώστες-θεατές.

H κυκλική δομή της αφήγησης και της δράσης μπορεί να προετοιμάζει για το βίαιο γεγονός της αυτοχειρίας, την ίσως ύστατη προσπάθεια λύτρωσης, αλλά συνάμα δεν αφαιρεί από το λογοτέχνημα και το δράμα την αίσθηση της τόσο πολύ ποθητής κάθαρσης.

Η Λένα Παπαληγούρα στο ρόλο της Κατερίνας ερμηνεύει πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί, σε μια κατάσταση παρόρμησης και υποτονικότητας κατασκευάζοντας μέρη όμοια με εκείνα της μανιοκατάθλιψης.

Ο δραματοποιημένος μονόλογος σε σκηνοθεσία Γιώργου Νανούρη υποβάλει τον θεατή με την ατμοσφαιρική αίσθηση, το παιχνίδι του φωτός με το σκοτάδι-η κατανόηση των ψυχικών διακυμάνσεων και της εσωτερικότητας, και με την μουσική του Λόλεκ ο οποίος συνοδεύει ζωντανά το όλο εγχείρημα.

Η Κατερίνα λίγο πριν φύγει θα μοιραστεί μερικές ώρες με τον Πέτρο. Θα ακούσουν μαζί τον δίσκο της Λένας Πλάτωνος για τον αυτόχειρα ποιητή. Παραθέτω την πρώτη στροφή του ποιήματος Βράδυ.

«Τα παιδάκια που παίζουν στ’ανοιξιάτικο δείλι

– μια ιαχή μακρυσμένη-,

τ’αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείλη

ψιθυρίζει και μένει,»

Πέτα Κατερίνα!

Η παράσταση ανεβαίνει στο θέατρο Θησείον.

Κατερίνα Ι

Η εικόνα ανήκει στην Ιωάννα Χατζηανδρέου και έχει παρθεί από τον ιστότοπο http://www.lykofos.org/

Ο Γιάνους και η Εύα υπήρξαν εραστές. Έχουν χωρίσει εδώ και αρκετό καιρό. Την παραμονή των Χριστουγέννων η Εύα θα τον προσεγγίσει, για να τον απομακρύνει από την οικογένεια του. Με μια σειρά από ψέματα, η εξαφάνιση και αναζήτηση του αγαπημένου της, θα τον κρατήσει όλο το βράδυ κοντά της. Τελικά θα αποχωριστούν το ξημέρωμα. Ο Γιάνους θα επιστρέψει στην οικογένεια του.

Παραβαίνοντας την βιβλική εντολή «τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ σάββατα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου· οὐ ποιήσεις ἐν αὐτῇ πᾶν ἔργον», οι δύο ήρωες θα περιπλανηθούν σε μια άδεια και χιονισμένη πόλη, σε έρημα νοσοκομεία και  θαλάμους νεκροτομείων, σε αποβάθρες χωρίς αναχωρήσεις, για να γεμίσουν μερικές ώρες μοναξιάς, κενές-όταν όλα είναι νεκρά, και να προσπαθήσουν,  χωρίς καμία θέρμη, να επανενωθούν. Θα καταστήσουν τους εαυτούς τους ευάλωτους σε μια αφόρητη μοναξιά που ξεπερνά τους χαρακτήρες αλλά και την ιδιαίτερη ημέρα για να γίνει κομμάτι του εαυτού τους και της καθημερινότητάς τους. Κρυμμένοι και οι δύο κάτω από ψεύτικες προφάσεις μένουν ως το τέλος για να αποχωριστούν για πάντα.

Ουδέτερο το βλέμμα μας στην εξέλιξη των πραγμάτων, αντανακλάσεις, τζάμια, περσίδες  και γενικά πλάνα συνθέτουν την οπτική, τα διάφορα βλέμματα που ακολουθούν τους ήρωες στο νυχτερινό ταξίδι τους, η ίδια η αποστασιοποίηση τους από τα γεγονότα καθιστώντας την ταινία ένα αθόρυβο κοινωνικό δράμα.

O Κριστόφ Κισλόφσκι δημιουργεί μια σειρά δέκα αυτοτελών επεισοδίων με τον γενικό τίτλο Δεκάλογος. Η σχέση των επεισοδίων είναι πολύ χαλαρή, το μόνο κοινό μεταξύ των χαρακτήρων είναι το γεγονός ότι αποτελούν ένοικοι του ίδιου κτίσματος, σκηνικός χώρος ένα πανομοιότυπο και μεγάλο συγκρότημα κατοικιών στην Κρακοβία, ένας κοινός τόπος για τους ήρωες που συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο, παρόμοια οι φόβοι και οι αγωνίες τους.

Τα επεισόδια πρέπει να ειδωθούν ως έναυσμα για τους σύγχρονους ηθικούς προβληματισμούς, την προβληματική που γεννά εν γένει η κοινωνία, παρά ως αυστηρές αντανακλάσεις των βιβλικών εντολών οι οποίες όμως παραμένουν ορατές.

«…Ο Δεκάλογος είναι μια απόπειρα αφηγήσεις δέκα ιστοριών για δέκα-είκοσι ανθρώπους οι οποίοι παγιδευμένοι όπως είναι σ’ έναν αγώνα κάτω από αυτές και όχι άλλες περιστάσεις -περιστάσεις που είναι φανταστικές, αλλά θα μπορούσαν να συμβούν σε κάθε ζωή, συνειδητοποιούν ξαφνικά ότι γυρνούν σε κύκλους, χωρίς να μπορούν να επιτύχουν αυτό που θέλουν.»[1]

« Υπάρχει αυτός ο τύπος που τον βλέπουμε να περιφέρεται σε όλες τις ταινίες. Δεν ξέρω ποίος είναι. Κάποιος που έρχεται και παρακολουθεί. Παρακολουθεί εμάς, τη ζωή μας. Δεν φαίνεται πολύ ευχαριστημένος. Στα σενάρια περιγράφεται πάντοτε σαν ένας νεαρός.»[1]

Αυτή η μυστήρια φιγούρα κάνει την εμφάνιση της και στο Δεκάλογο ΙΙΙ και θα μπορούσε να θεωρηθεί ως το απρόσμενο και θεϊκό στοιχείο, ο χαρακτήρας ο οποίος εμφανίζεται στις πιο κρίσιμες στιγμές αλλά δεν επεμβαίνει, ένα είδος προειδοποίησης για αυτούς που παρακολουθεί.

[1]Σχόλιο του Kieslowski για τον Δεκάλογο στο Μιχάλης Δημόπουλος, Αχιλλέας Κυριακίδης (Επιμ.). Krzysztof Kieslowski , 36ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Αθήνα: Καστανιώτης (1995),231-232

3 Δ

Στην τελευταία τους στάση, σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό η Εύα θα ομολογήσει «Σκέφτηκα ότι αν μπορούσα να βγάλω την νύχτα μαζί σου μέχρι τις 7 το πρωί. Τότε θα πήγαιναν όλα καλά.»

Ενδεικτικά,Θόδωρος Σούμας, Εθνικές κινηματογραφίες, στιλ και σκηνοθέτες. Αθήνα: Αιγόκερως (2009),141-145